Κάτω η χούντα των «φωταδιστών»!

Κάτω η χούντα των «φωταδιστών»!

Του Χρύσανθου Λαζαρίδη
22 Μαρτιου 2007

Με αυτούς που υποστηρίζουν το διαβόητο «σχολικό βοήθημα» της ΣΤ΄ Δημοτικού δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε άλλο: Ο Μίκης Θεοδωράκης, τα είπε όλα σε προχθεσινό άρθρο του, καταγγέλλοντας, με το μοναδικό δικό του τρόπο, τον «ψεύτικο μανδύα της δήθεν προοδευτικότητας»

Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι καθόμαστε και το …«διαπραγματευόμαστε»! Τι ακριβώς «διαπραγματεύεται» ο ελληνικός λαός, η κυβέρνησή του, η Πολιτεία; Την αλλαγή ενός σχολικού εγχειριδίου; Και με ποιούς το διαπραγματεύεται; Με τη «συγγραφική ομάδα» του; Είμαστε στα καλά μας;

Η κα. Γιαννάκου παραδέχθηκε ότι πολλές «αστοχίες» επισημάνθηκαν πριν εκδοθεί το βιβλίο, αλλά η συγγραφική ομάδα αρνήθηκε να τις διορθώσει! Άραγε, οι αστοχίες περιλαμβάνουν και την φράση ότι οι Έλληνες …«συνωστίζονταν» στο λιμάνι της Σμύρνης τον Αύγουστο του 1922; Αν τέτοιες «αστοχίες» επισημάνθηκαν εγκαίρως, αλλά δεν διορθώθηκαν, τότε δεν πρόκειται για αστοχίες. Πρόκειται για συγκροτημένη άποψη που διαπερνά ολόκληρο το «βοήθημα». Το οποίο, είναι ακατάλληλο και πρέπει να αποσυρθεί αμέσως.

Τι νόημα έχει να λέμε ότι «μόνη αρμόδια να αλλάξει το βιβλίο είναι η συγγραφική ομάδα του», όταν παραδεχόμαστε ότι μέχρι τώρα αρνήθηκε κάθε αλλαγή; Η ελληνική κυβέρνηση ξέρουμε τι εκπροσωπεί: το λαό και την συντεταγμένη πολιτεία, άρα και το Σύνταγμα (που επιτάσσει την εμπέδωση εθνικής συνείδησης στους νέους). Η συντακτική ομάδα τι ακριβώς εκπροσωπεί;

Συμπαθής η κα Γιαννάκου, αλλά τι θέλει να πεί; Μήπως ότι δεν υπάρχει πια υπουργείο Παιδείας κι ολόκληρος ο ελληνικός λαός είναι στο έλεος μιας ομάδας ημιμαθών «φωταδιστών», απέναντι στους οποίους ξεσηκωθήκαμε όλοι – μικροί, μεγάλοι, αριστεροί, κεντρώοι και δεξιοί – από το Μίκη Θοδωράκη μέχρι τον Κώστα Ζουράρη κι από την Ακαδημεία Αθηνών μέχρι τον σκιτσογράφο Στάθη;

Η συντακτική ομάδα προσπαθεί να υποβαθμίσει το εθνικό στοιχείο από την την αυτοσυνειδησία των παιδιών μας. Μήπως η κα Γιαννάκου ομολογεί ότι έχει καταλυθεί και η λαϊκή κυριαρχία στο πολίτευμά μας;

Στα νιάτα μας κατεβήκαμε στο «Πολυτεχνείο» γι’ αυτά ακριβώς: Για Εθνική Ανεξαρτησία και Λαϊκή Κυριαρχία. Αναρωτιέμαι: μήπως είναι ώρα να ξανακατέβουμε στους δρόμους, αυτή τη φορά για να φύγη η «χούντα» της «ψευτο-προοδευτικής διανόησης» που είναι «εχθρός του λαϊκού και καρικατούρα διανόησης», όπως καταγγέλλει ο Θεοδωράκης;

Ξέρετε, εμείς όταν κατεβαίνουμε στους δρόμους, δεν παίζουμε «κυνηγητό» με τους αστυνομικούς, δεν κατεβαίνουμε για συντεχνιακά αιτήματα…

Και δεν κρύβουμε τα πρόσωπά μας…

Αφιέρωμα στο νέο σχολικό βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, από το «Αντίβαρο».

Advertisements

Ἐτικέττες: ,

Μία ἀπάντηση to “Κάτω η χούντα των «φωταδιστών»!”

  1. ΕΡΙΧΘΟΝΙΟΣ Says:

    Και νέο άρθρο-καταπέλτης του Χρύσανθου Λαζαρίδη:

    Προβλήματα Ιστορίας, Διδασκαλίας, Επιστήμης, Δημοκρατίας

    Του Χρύσανθου Λαζαρίδη

    29η Μαρτίου 2007

    Για το βοήθημα Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού, έχουν ειπωθεί, σχεδόν τα πάντα. Μόνο η Ακαδημία Αθηνών εντόπισε πάνω από 70 σοβαρά λάθη και παραλείψεις! Τόσα σφάλματα σε ένα βιβλιαράκι σχολικής Ιστορίας 140 σελίδων είναι αληθινό …”κατόρθωμα”. Με τα συγκεκριμένα λάθη του λοιπόν, δεν θα ασχοληθούμε εδώ. Θα στρέψουμε την προσοχή μας σε γενικότερες αντιλήψεις επί των οποίων στηρίζεται το βιβλίο και τις οποίες προωθεί η συντακτική του ομάδα.

    Θα αρκούσαν μόνο τα πολλαπλά σφάλματά του για να αποσυρθεί. Όπως, θα δούμε, η οπτική του και η μεθοδολογία του είναι ακόμα σοβαρότερος λόγος για την απόρριψή του…

    Όσοι υποστηρίζουν, λοιπόν, το “αμαρτωλό” εγχειρίδιο ισχυρίζονται ότι επιχείρησαν τρείς μείζονες καινοτομίες:

    — Πρώτον, να αντικαταστήσουν την παραδοσιακή “αφηγηματική” διδασκαλία της Ιστορίας με την διαθεματική διδασκαλία.

    — Δεύτερον, ότι προσπαθούν να μειώσουν τους “εθνικούς μύθους” που αναπαράγουν την μισαλλοδοξία και την καχυποψία προς άλλους λαούς.

    — Τρίτον, ότι μειώνουν την έμφαση σε βίαια πολεμικά γεγονότα και την αντικαθιστούν με πιο “αποστασιοποιημένες” αναφορές κοινωνικών εξελίξεων κλπ.

    Όμως, ατύχησαν και στις τρεις επιλογές τους:

    Η παιδαγωγική σκοπιά

    Η διαθεματικότητα είναι ενδιαφέρουσα επιστημολογική προσέγγιση, για την έρευνα της Ιστορίας, όχι για τη διδασκαλία της και μάλιστα σε παιδάκια ΣΤ’ Δημοτικού. Η διαθεματικότητα προϋποθέτει συνείδηση του ιστορικού χρόνου. Πρέπει να γνωρίζουμε την εξέλιξη μιας κοινωνίας, ύστερα να γνωρίζουμε καλά πως εξελίχθηκαν διαφορετικές κοινωνίες, το ίδιο χρονικό διάστημα, για να κατανοήσουμε, στη συνέχεια, διαθεματικές συσχετίσεις που υπάρχουν μεταξύ τους.

    Η ιστορική γνώση είναι προϋπόθεση της θεματικής προσέγγισης. Η “διαθεματικότητα” μπορεί να συμπληρώσει την ιστορική γνώση, όχι να την υποκαταστήσει…

    Και το κυριότερο: δεν ξεκινάμε από θεματολογική προσέγγιση στο Δημοτικό Σχολείο. Στην ηλικία των 11 χρόνων τα παιδιά έχουν ανάγκη να αποκτήσουν συνείδηση ιστορικού χρόνου.. Μόνο έτσι θα μπορέσουν αργότερα να κάνουν κάποιες συσχετίσεις. Και μόνο τότε θα αρχίσουν να σκέφτονται κριτικά. Δεν υπάρχουν περιθώρια για κριτική σκέψη πάνω στην Ιστορία, όταν υπάρχει απόλυτη άγνοια του ιστορικού χρόνου. Δεν μπορείς να αμφισβητείς “ιστορικούς μύθους”, όταν δεν έχει συνείδηση ιστορικότητας.

    Επίσης, τα παιδιά στην ηλικία των 11 ετών χρειάζονται, να αντλήσουν θετικά αξιακά πρότυπα. Και η Ιστορία είναι συνήθως το καλύτερο μέσο για να εμπεδώσεις τέτοια πρότυπα σε νεαρές ηλικίες.

    Στην ηλικία των 11 ετών τα παιδιά δομούν την “κοινή αίσθηση του ανήκειν”, την αίσθηση “κοινότητας”, της οποίας αποτελούν μέλη. Πάνω σε αυτή την αίσθηση κοινότητας θα συγκροτήσουν σταδιακά την κοινωνικότητά τους.

    Αυτή η “αίσθηση του ανήκειν” που δημιουργούν είναι πολυ-επίπεδη. Εκτείνεται από την οικογένειά τους, την παρέα τους, την τάξη τους, την ομάδα τους και καταλήγει στην πατρίδα τους. Όσο αυτή η “κοινότητα” μέσα στην οποία τοποθετούν τον εαυτό τους διευρύνεται, τόσο έχουν ανάγκη να την εξιδανικεύουν. Μπορεί να μην είναι υπερήφανοι για τους γονείς τους; ούτε για την ομάδα τους. Αρκεί το ευρύτερο σύνολο στο οποίο εντάσσονται να τους δίνει αυτοπεποίθηση και σιγουριά. Τα παιδιά έχουν ψυχολογική ανάγκη να ενταχθούν σε κάποια “εξιδανικευμένη πατρίδα”…

    Ένα παιδί πρώτα θα αναζητήσει την κοινωνική ένταξη στο “κόσμο των μεγάλων”. Μόνο όταν αρχίσει να ενηλικιώνεται το ίδιο (με την εφηβεία) θα αρχίσει να αναζητά την ιδιαίτερη ατομική του ταυτότητα, άρα τη διαφοροποίησή του από τον κόσμο των ενηλίκων – για να ωριμάσει.

    Στα 11 χρόνια του το παιδί αναζητά ακόμα το “εμείς”. Στα 16 σίγουρα ψάχνει πια το “εγώ”. Η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης προϋποθέτει το “εγώ” της εφηβείας. Η ανάγκη κοινωνικότητας των 11 χρόνων συνδέεται περισσότερο με την αναζήτηση εκείνου του “εμείς” που κάνει υπερήφανα όλα τα μέλη του…

    Στα παιδιά 11 ετών θα δώσεις μια εκδοχή της Ιστορίας του τόπου τους, που τα κάνει υπερήφανα. Δεν θα τους πεις ψέματα. Απλά θα δώσεις έμφαση σε γεγονότα που θεμελιώνουν ένα ανθεκτικό “εμείς”, για να μπορέσουν να το αποδεχθούν, να αντλήσουν ισχυρά θετικά μηνύματα. Αν κάνεις το αντίθετο, αν παρουσιάσεις εθνικές αποτυχίες ή εθνικές ντροπές, τότε θα αποδομήσεις το “εμείς” που έχουν τόσο ανάγκη σε αυτή την ηλικία. Θα δημιουργήσεις, τελικά, αυτιστικά άτομα, γεμάτα ανασφάλειες, χωρίς αυτοπεποίθηση, χωρίς αυτοεκτίμηση, χωρίς αναγωγές σε οποιοδήποτε συλλογικό πεδίο αναφοράς.

    Κάθε ιστορική κοινωνία έχει λόγους να είναι υπερήφανη, όπως έχει και λόγους να ντρέπεται. Όταν διδάσκουμε Ιστορία στα παιδιά δίνουμε έμφαση σε όσα μας κάνουν υπερήφανους. Καθώς μεγαλώνουν κι ωριμάζουν αρχίζουμε να συζητάμε μαζί τους και τις πιο πικρές συλλογικές εμπειρίες, ώστε να οξύνουμε την κριτική σκέψη τους. Στα 11 χρόνια παίρνουν τα παραδείγματα προς μίμησιν που τους προσφέρει η Ιστορία. Σε κατοπινά στάδια μαθησιακής εξέλιξης θα πάρουν και τα παραδείγματα προς αποφυγήν.

    Το πρόβλημα δεν είναι αν πρέπει να τους διδάσκουμε μια Ιστορία που τους κάνει υπερήφανους ή μια πιο “ρεαλιστική εκδοχή”, που οξύνει την κριτική τους σκέψη. Ασφαλώς, πρέπει να κάνουμε και τα δύο. Αλλά πρέπει να το κάνουμε σταδιακά, καλύπτοντας σε κάθε φάση τις ιδιαίτερες ανάγκες της ηλικίας και σεβόμενοι τις ιδιαίτερες δυνατότητες πρόσληψης που έχουν τα παιδιά. Στα 11 χρόνια έχουν μικρότερη κριτική αντίληψη απ’ ότι στα 16 και μεγαλύτερη ανάγκη να ενταχθούν στο συλλογικό “εμείς”. Το πρόβλημα εδώ είναι πρωτίστως παιδαγωγικό, όχι ιστορικό.

    Η εκδοτική ομάδα του εγχειριδίου προτείνει όχι μια “πιο αντικειμενική ιστορία”, αλλά μια αντίστροφη ιεράρχηση: Υποβαθμίζει τα εθνικά επιτεύγματα και μεγιστοποιεί τις αρνητικές εμπειρίες – τις κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις. Υποβαθμίζει τους εθνικούς αγώνες και αναβαθμίζει τις εσωτερικές διαμάχες. Δεν γκρεμίζει “εθνικιστικούς μύθους” αναδεικνύοντας την “ιστορική αλήθεια”. Αποστειρώνει την Ιστορία από εθνικές αλήθειες (και κάποιους παιδαγωγικούς “μύθους”) και μέσα από αποκρύψεις φτιάχνει ένα “πακέτο”, λιγότερο ελκυστικό, λιγότερο παιδαγωγικό, σε τελευταία ανάλυση και λιγότερο αληθινό.

    Ο μύθος της μοναδικής και απόλυτης αλήθειας

    Όμως υπάρχει κι ένα σοβαρότερο πρόβλημα με την προσέγγιση της συντακτικής ομάδας. Για να αποκαθηλώσεις ένα “ιστορικό μύθο”, πρέπει να είσαι απολύτως σίγουρος ότι κατέχεις την ιστορική αλήθεια. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Τις περισσότερες φορές δεν έχουμε την “ιστορική αλήθεια” από τη μία πλευρά και “ιστορικά ψεύδη” από την άλλη. Έχουμε διαφορετικές ερμηνείες της Ιστορίας: Διαφορετικές θεωρίες – θεμελιωμένες όλες σε επιστημονική μεθοδολογία – υποστηρίζουν διαφορετικά συμπεράσματα.

    Αυτό είναι απόλυτα συνηθισμένο σε “ακριβείς” επιστήμες – όπου τα μεγέθη είναι μετρήσιμα και τα συμπεράσματα επιδέχονται πειραματική επιβεβαίωση. Σε επιστήμες όπως η Φυσική, η Χημεία και τα Οικονομικά, υπάρχουν διαφορετικές επιστημονικές θεωρίες. Στην Ιστορία, όπου η μέτρηση είναι δύσκολη, οι πληροφορίες “ατελείς” και η πειραματική επιβεβαίωση αδύνατη, κατά μείζονα λόγο υπάρχουν περιθώρια για διαφορετικές θεωρίες, που όλες τους μπορεί να πληρούν επιστημονικά κριτήρια, αλλά καταλήγουν σε πολύ διαφορετικά συμπεράσματα. Στην έρευνα της Ιστορίας υπάρχουν πολύ μεγαλύτερα περιθώρια για “ιδεολογικές αναγνώσεις”.

    Το να ισχυρίζεται κανείς ότι κατέχει την Ιστορική αλήθεια, ή ότι η δική του θεωρία είναι η μόνη αληθινή, η μόνη επιστημονική, ή μόνη έγκυρη, κι όλοι άλλοι παρουσιάζουν “μύθους”, όχι μόνο δείχνει ανυπόφορη αλαζονεία, αποκαλύπτει και ανεπίτρεπτη αγραμματοσύνη. Αληθινό επιστημολογικό πρωτογονισμό. Τέτοιες πεποιθήσεις απόλυτης βεβαιότητας, τέτοιοι ισχυρισμοί κατοχής της “μοναδικής αλήθειας”, ήταν συνηθισμένοι σε προηγούμενες εποχές. Σήμερα δεν θα περίμενε κανείς να ακούσει τέτοιες βεβαιότητες ημιμάθειας από μορφωμένους ανθρώπους. Πολλώ μάλλον από Πανεπιστημιακούς.

    Στο τέλος του 19ου Αιώνα διαπρεπείς φυσικοί της εποχής – όπως ο Albert Michelson, o R.A. Millikan, o William Thomson, γνωστότερος ως Λόρδος Kelvin – είχαν ισχυριστεί, ότι η Νευτώνεια Φυσική είχε απαντήσει σε όλα τα προβλήματα και δεν άφηνε περιθώρια νέων ανακαλύψεων – εκτός, ίσως, από κάποιες βελτιώσεις στην ακρίβεια των μετρήσεων (πέρα από το έκτο δεκαδικό ψηφίο)! Λίγα χρόνια αργότερα, η ειδική σχετικότητα του Αϊνστάϊν, η γενική σχετικότητα του Αϊνστάϊν, οι κυματοσυναρτήσεις του Σρέντινγκερ, η απροσδιοριστία του Χάϊζεμπεργκ και η κβαντομηχανική του Ντιράκ, ανέτρεψαν τα πάντα στο χώρο της Φυσικής. Κι ήταν μόνον η αρχή…

    Τώρα πλέον, οι ισχυρισμοί εκείνοι, πριν εκατό χρόνια, ότι η επιστήμη είχε φτάσει “στο τέλος της γνώσης”, ακούγονται υπερβολικά αφελείς, αν όχι κωμικοί. Τέτοια ισχυρισμοί, όταν ακούγονται σήμερα από Ιστορικούς, είναι ανυπόφοροι.

    Ιδεολογία, Επιστήμη και Δημοκρατία

    Ο ισχυρισμός τους ότι θέλουν να μειώσουν την “εθνικιστική καταγραφή” της Ιστορίας και την έμφαση στα πολεμικά γεγονότα, στα πάθη και στη βία, αποτελεί ομολογία ότι είναι η ιδεολογία που τους καθοδηγεί – όχι η επιστήμη.

    Όταν έχουμε μια μεγάλη εθνική Επανάσταση, αργότερα απελευθερωτικούς αγώνες, ξένη κατοχή και εθνική αντίσταση, διχασμούς και εμφύλιους πολέμους, τι ακριβώς θα “σβήσουμε”, Ουσιαστικά θα γράψουμε άλλη “Ιστορία” απ’ αυτή που υπήρξε! Θα εξαφανίσουμε ή θα υποβαθμίσουμε όλα τα σημαντικά γεγονότα, θα αναδείξουμε δευτερεύουσες πλευρές και προσωπικότητες. Δεν θα μπορέσουμε να καλλιεργήσουμε, αργότερα, καμία κριτική σκέψη. Όταν όλα τα σημαντικά έχουν αποσιωπηθεί, σε τι ακριβώς θα ασκηθεί η “κριτική προσέγγιση”;

    Η Ιστορία – κι όχι μόνο η ελληνική, ασφαλώς – είναι γεμάτη πάθη, μίση, συγκρούσεις, πολέμους. Όπως είναι και γεμάτη μεγαλειώδεις στιγμές. Τα πάθη και η βία είναι αλληλένδετα με το μεγαλείο. Αν σβήσουμε τα πρώτα, σβήνουμε και το δεύτερο, σβήνουμε όλη την Ιστορία και ξαναγράφουμε μια καρικατούρα πολιτικής ορθότητας, που ούτε πείθει, ούτε φρονηματίζει, ούτε ασκεί την κριτική σκέψη, ούτε επιτρέπει να διορθωθούν σφάλματα του παρελθόντος – τελικά δεν ενδιαφέρει κανένα. Αυτή η προσέγγιση καταργεί, δεν αναπλάθει, την ιστορική συνείδηση…

    Το βιβλίο της Ιστορίας δεν είναι “επιστημονικό”, είναι ιδεολογική αναθεώρηση της Ιστορίας, είναι επιστημολογικά πρωτόγονο, είναι παιδαγωγικά απαράδεκτο. Δεν είναι προοδευτική τομή. Είναι λοβοτομή που επιχείρησαν κάποιοι φανατικοί, απομονωμένοι και από τον πνευματικό κόσμο και από την πνευματική παράδοση του τόπου, και από τον ίδιο το λαό. Που όταν πρόκειται για το πώς και το τι θα διδαχθούν τα παιδιά του, εκείνος έχει τον τελευταίο λόγο. Γι’ αυτό το πολίτευμά μας το λέμε δημοκρατία – όχι “πεφωτισμένη δεσποτεία”…

    Η άποψη ότι “οι ειδικοί ξέρουν καλύτερα” δεν είναι καινούργια. Ακριβώς εν ονόματι αυτής της άποψης, στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου Αιώνα τα ανακτοβούλια αρνήθηκαν πεισματικά θεσμούς δημοκρατικής αυτοκυβέρνησης και λαϊκής κυριαρχίας. Στην τελευταία φάση των δημοκρατικών επαναστάσεων, οι υπερσυντηρητικές δυνάμεις δεν αρνούνταν, πλέον, το δικαίωμα του λαού να εκφέρει γνώμη, αλλά τη δυνατότητά του να έχει ορθή γνώμη και να κρίνει σωστά. Δεν μάχονταν τη δημοκρατία πια ως “ελέω Θεού μονάρχες”, αλλά ως “πεφωτισμένοι δεσπότες”, που γνώρισαν καλύτερα ποιο ήταν το δημόσιο συμφέρον.

    Οι απόψεις αυτές έπρεπε να ηττηθούν, για να στεριώσει ο σύγχρονος κοινοβουλευτισμός. Τώρα, οι ίδιες αντιδημοκρατικές απόψεις, επανεμφανίζονται ως κυριαρχία των “ειδικών”…

    Υπάρχει κι ένας τελευταίος μύθος:

    Οι “ειδικοί” δεν έχουν πάντα δίκιο. Πολλοί ειδικοί στήριξαν Ολοκληρωτικά καθεστώτα. Πάντα εν ονόματι της “Επιστήμης”, την “αντικειμενικότητας” και της μοναδικής αλήθειας, που εκείνοι μόνο γνώριζαν κατ’ αποκλειστικότητα.

    Πολλές φορές οι διανοούμενοι αποδείχθηκαν μπροστά από την εποχή τους.

    Άλλες φορές, όμως, αποδείχθηκαν κονδυλοφόροι Ολοκληρωτικών καθεστώτων. Γι’ αυτό και στις δημοκρατίες αποφασίζει ο λαός, όχι οι “ειδικοί”. Το δόγμα, ότι για τα παιδαγωγικά βιβλία “μόνον οι ειδικοί είναι αρμόδιοι να αποφασίσουν”, είναι επικίνδυνο. Όχι μόνο για παιδαγωγικούς λόγους. Κυρίως για λόγους δημοκρατίας. Κι αυτό ας το θυμάται η κυρία Γιαννάκου…

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google+. Ἀποσυνδεθῆτε / Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...